Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

Συνετός Β'


 Για τον Αφανέρωτο Ήρωα
Με το ασημένιο κουτί στο χέρι πήδηξε το Βασιλόπουλο στην άσπρη φοράδα, δώρο του εξαδέλφου Βασιλιά, και μαζί με τον Πολύκαρπο ανέβηκε στο παλάτι. Το τραπέζι ήταν στρωμένο. Μόνο εκείνους πια περίμεναν για να καθήσουν. Το Βασιλόπουλο έτρεξε στον πατέρα του, γονάτισε μπροστά του και του έδωσε το ασημένιο κουτί.
- Πατέρα μου και Βασιλιά μου, είπε με συγκίνηση, σου πήρα το στέμμα σου μια μέρα που το έθνος ζητούσε απ' όλους μας θυσίες. Σήμερα το έθνος σηκώνει κεφάλι, έγινε δυνατό, και με τη δύναμη του επιβάλλει σεβασμό στους εχθρούς. Πάρε πίσω το στέμμα σου, Βασιλιά μου και πατέρα μου, το έθνος σου το χαρίζει.
Ο Βασιλιάς σήκωσε το σκέπασμα, και, βλέποντας τη θαυμάσια κορώνα με τα πολύτιμα της πετράδια, έμεινε ακίνητος, με το στόμα ανοιχτό.
- Τι είναι αυτό; Πού το βρήκες; ρώτησε στο τέλος.
- Είναι το δώρο του εξαδέλφου Βασιλιά, που ζητά τη φιλία μας και θέλει τη συμμαχία μας, αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο.
Ο Βασιλιάς τότε σηκώθηκε, πήρε την κορώνα μέσα από το κουτί και την έβαλε στο κεφάλι του γιου του.
- Φόρεσε την εσύ, γιε μου, είπε βαθιά συγκινημένος. Σου αξίζει μια τέτοια κορώνα, γιατί με τον κόπο σου και τη δύναμη σου κατόρθωσες να την κερδίσεις. Σ' έκανα από καιρό Βασιλιά ίσο με μένα. Τώρα γέρασα, βαρέθηκα ν' ακούω για δουλειές, και θέλω να ζήσω ήσυχα τα τελευταία μου χρόνια. Πάρε συ το στέμμα μαζί με τα βάρη του, και κυβέρνα μόνος σου το βασίλειο που ανέστησες μονάχα με τη θέληση σου.
Την άλλη μέρα ο Βασιλιάς συγκάλεσε όλο το λαό στο στρατόπεδο πλάγι στον ποταμό, κι εκεί ανήγγειλε σε όλους πως παραιτούνταν από τη διοίκηση του Κράτους, και πως παρέδινε το στέμμα και την κυβέρνηση στο γιο του, το Βασιλόπουλο. Λέγοντας αυτά τα λόγια, έβαλε στο κεφάλι του γιου του την πολύτιμη κορώνα, και τον έστεψε Βασιλιά των Μοιρολατρών. Απ' όλα τα στήθη βγήκε μια μεγάλη φωνή:
- Ζήτω ο Συνετός Β'! Ζήτω!
Η χαρά του κόσμου δε βαστιούνταν. Όλοι ήθελαν να φιλήσουν τα χέρια του γερο-Βασιλιά, που αναγνώριζε την αξία του γιου του, και του νέου Βασιλιά, του σωτήρα του έθνους. Εκείνη η ημέρα ήταν εορτή σε όλο το κράτος. Όταν ο νέος Βασιλιάς Συνετός Β' ανέβηκε στο παλάτι με τον καινούριο αρχικαγκελάριο του, τον Πολύκαρπο, βρήκε πάλι όλη την οικογένεια μαζεμένη στην τραπεζαρία. Κοίταξε το αδειανό κρεμαστάρι πάνω από τη χρυσή κονσόλα, κι έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό.
- Τώρα, είπε, που έφυγε από κει το απαίσιο γαϊδουρίσιο κεφάλι, μπορώ να πω πως αισθάνομαι ελεύθερος να καταπιαστώ μεγάλα πράματα.
Και γυρίζοντας στη Γνώση, που του χαμογελούσε χαρούμενη και ροδοκόκκινη, πρόσθεσε:
- Θέλεις, Γνώση, να με βοηθήσεις;
- Εγώ; αναφώνησε η κόρη κι έγινε ακόμα πιο ροδοκόκκινη. Εγώ; Πώς μπορώ να σε βοηθήσω;
- Να γίνεις γυναίκα μου και Βασίλισσα μου, είπε ο Συνετός. Μου έκανες τόσο καλό πάντα με τις πολύτιμες συμβουλές σου! Πες, Γνώση, δε θέλεις μαζί μου να διοικήσεις τον τόπο;
Μα πριν μπορέσει η κόρη ν' απαντήσει, ο γερο-Βασιλιάς τους είχε αρπάξει και τους δυο στην αγκαλιά του.
- Με την ευλογία μου, είπε, ναι! Μαζί να κυβερνήσετε το Κράτος.

- Και σα μάθει τους αρραβώνες σας ο θείος Βασιλιάς, τι θα πει; ρώτησε γελώντας η Ειρηνούλα.
- Θα ζητήσει εσένα για το γιο του, είπε η κυρα-Φρόνηση. Και με το μάτι έκανε νόημα του Βασιλιά να κοιτάξει τον Πολύκαρπο.
Ο δυστυχισμένος αρχικαγκελάριος είχε χλωμιάσει έξαφνα, καθώς άκουσε τα λόγια της κυρα-Φρόνησης, και τρέμοντας κοίταζε την Ειρηνούλα, σα να περίμενε από τα χείλια της ν' ακούσει την καταδίκη του. Η Βασιλοπούλα κοκκίνισε, γύρισε και τον είδε και κατέβασε τα μάτια της, ντροπαλή και μουδιασμένη.
- Και... και θα δεχθείς, Βασιλοπούλα μου; ρώτησε ο αρχικαγκελάριος με φωνή πνιγμένη.
- Όχι, Πολύκαρπε... μουρμούρισε η Ειρηνούλα χωρίς να τον κοιτάξει.
- Ελπίζω να μη μας κάνει τέτοια πρόταση ο θείος Βασιλιάς, είπε γελώντας ο Συνετός, ειδεμή θα ξανανάψει ο θυμός του. Γιατί την Ειρηνούλα μας τη θέλομε δω.
Και παίρνοντας το χέρι της αδελφής του, το έβαλε στου Πολύκαρπου που κόντεψε να τα χάσει από τη χαρά του.
- Απεναντίας! Πρέπει να μας κάνει την πρόταση, για ν' αρπάξει και δεύτερη προσβολή! είπε ο γερο-Βασιλιάς που δεν είχε χωνέψει ακόμα το γαϊδουρίσιο κεφάλι.
Και χαρούμενος, αγκαλιάζοντας τα παιδιά του πρόσθεσε:
- Και σα δεν του αρέσει, ας έλθει πάλι με το στρατό του να ξανανιώσει πώς τρυπούν τα βέλη του Κακομοιρίδη...
Μα δεν πρόφθασε ο καημένος ο θείος Βασιλιάς ν' αρπάξει τη δεύτερη προσβολή, ούτε να ξανανιώσει αν τρυπούσαν τα βέλη του Κακομοιρίδη. Σαν άνοιξε το πανέρι και αναγνώρισε το γαϊδουρίσιο κεφάλι και άκουσε τα λόγια του Βασιλόπουλου, που του τα επανέλαβε ο αρχικαγκελάριός του, τόσος θυμός τον έπιασε, που έπεσε ξερός στο πάτωμα. Και σαν τον σήκωσαν να τον βάλουν στο κρεβάτι, είδαν πως ήταν πεθαμένος.
Την ημέρα της στέψεως του, ο Συνετός Β' κατέβηκε στο ποτάμι να κάνει μνημόσυνο για όσους είχαν πέσει στην περίφημη εκείνη νυχτερινή μάχη. Στον ίσκιο των πλατάνων, δυο άσπροι πέτρινοι σταυροί έστεκαν πλάγι-πλάγι: ο τάφος του Πολύδωρου και ο τάφος του νέου της ταβέρνας. Κρέμασε ο Συνετός και στους δυο από ένα στεφάνι δάφνης.
- Βάλε δω άλλο ένα στεφάνι, Αφέντη, είπε ο πρωτομάστορης, δείχνοντας τον τάφο του Πολύδωρου.
- Άλλο ένα; Γιατί;
- Για τον Αφανέρωτο Ήρωα, αποκρίθηκε ο πρωτομάστορης.
Ο Συνετός τον κοίταξε.
- Δεν καταλαβαίνω, είπε.
- Δε γύρισε ποτέ ο κουλός από το τελευταίο του ταξίδι, Αφέντη.
- Τι έγινε, ξέρεις; Έμαθες καμιάν είδηση; ρώτησε ο Συνετός.
Ο πρωτομάστορης αργοκούνησε το κεφάλι.
- Τρία χρόνια τον περίμενα, είπε, και κάθε βράδυ, σα βασίλευε ο ήλιος, έρχουμουν στο ίδιο μέρος, όπου για τελευταία φορά τον είδα, με την ελπίδα πως ίσως θα ξαναγύριζε. Μα τώρα δεν τον περιμένω πια...
- Μπορεί να πήγε στα ξένα σαν τόσους άλλους, είπε ο Συνετός.
Ο πρωτομάστορης έμεινε συλλογισμένος.
- Εγώ ξέρω πως δεν πήγε, είπε στο τέλος. Έτσι που τον ήξερα, ήταν άνθρωπος να δώσει τη ζωή του χωρίς λόγια, σιωπηλά και αφανέρωτα για τον τόπο του. Ν' αφήσει όμως την Πατρίδα, την ώρα του κινδύνου, ποτέ!
Κάμποση ώρα ούτε ο ένας ούτε ο άλλος δε μίλησε. Ύστερα ο νέος Βασιλιάς έκοψε ένα κλαδί δάφνης από το δέντρο και το ακούμπησε στον τάφο του Πολύδωρου.
- Για τον Αφανέρωτο Ήρωα... είπε.
- ...Και για όσους δίνουν τη ζωή τους σιωπηλά και ταπεινά στην Πατρίδα, χωρίς η Πατρίδα να τους ξέρει ποτέ... πρόσθεσε ο πρωτομάστορης.
Και γονατίζοντας προσκύνησαν τον τάφο.
Πηνελόπη Δέλτα

Για τους αφανέρωτους ΗΡΩΕΣ ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ και κατάθεση ΣΤΕΦΑΝΩΝ ηρωικής ψυχής
ΟΙ ΣΥΝΕΤΟΙ Β΄  ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗΝ  ΓΝΩΣΗ , ΤΗΝ ΠιΟ ΟΜΟΡΦΗ  ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΕΑ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου